Οι αμερικανοί υιοθετούν τη διδασκαλία κατ’ οίκον.

Για τα προβλήματα του αμερικανικού δημόσιου σχολείου, τα οποία οφείλονται στις δημοσιονομικές περικοπές, στην έλλειψη καθηγητών και στα αλλεπάλληλα κρούσματα βίας, έχουν προταθεί κατά καιρούς αρκετές «λύσεις»: από την προσφυγή στις χορηγίες ή στην ιδιωτική εκπαίδευση, μέχρι και την κατ’ οίκον εκπαίδευση των μαθητών από τους ίδιους τους γονείς. Η τελευταία, μάλιστα, δεν αφορά, πια, μονάχα τις θρησκευόμενες οικογένειες οι οποίες επιδιώκουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους από τις «κακές» επιρροές, αναφέρει η εφημερίδα Le Monde Diplomatique και αναδημοσιεύει η Ελευθεροτυπία (28.09.2008).

Είτε δεξιοί, είτε αριστεροί -γιατί υπάρχει και αυτή η κατηγορία- οι οπαδοί του «homeschooling» (κατ’ οίκον διδασκαλία), υποστηρίζουν ότι το κυριότερο πλεονέκτημα αυτής της πρακτικής συνίσταται στην κατάργηση των στεγανών ανάμεσα στη μόρφωση και στην εκμάθηση. Η εκπαίδευση βρίσκεται παντού, όλες τις ώρες, από το πρωί ώς το βράδυ, ακόμα και κατά τη διάρκεια των Σαββατοκύριακων ή των διακοπών των παιδιών.

Οι «homeschoolers» εξαπλώνονται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αγοράζουν τα σχολικά εγχειρίδια διά αλληλογραφίας ή μέσω του Ιντερνετ, οργανώνονται σε αυτοδιαχειριζόμενους συνεταιρισμούς οικογενειών με παρόμοιες απόψεις και φιλοδοξίες, εγγράφονται στους καταλόγους αλληλογραφίας ορισμένων μπλογκ, εξειδικευμένων ιστοσελίδων ή ομάδων προβληματισμού. Ομως το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Νέα Ζηλανδία, την Αυστραλία, τον Καναδά και σε άλλες χώρες του πλανήτη.

Τα «προοδευτικά δόγματα», οι αξίες της ανάμειξης των διάφορων κοινωνικών στρωμάτων, η έλλειψη αυστηρής πειθαρχίας, το μάθημα της σεξουαλικής αγωγής και οι απόψεις που δεν συμμερίζονται την απαγόρευση των εκτρώσεων, χαρακτηρίζονται από τους γονείς αυτούς ως εμπόδια για την αρμονική ανάπτυξη της προσωπικότητας των μικρών χριστιανόπουλων.

Οι πολύνεκρες επιθέσεις και οι συλλήψεις ομήρων που πραγματοποιήθηκαν σε πολλά λύκεια και πανεπιστημιουπόλεις έκαναν ακόμα πιο έντονη την άποψη ότι το σχολείο είναι επικίνδυνο, ακόμα και για τη σωματική ακεραιότητα των μαθητών. Εξάλλου, οι γονείς προτιμούν να διαχειρίζονται τα πάντα οι ίδιοι, φοβούμενοι μήπως χάσουν τον έλεγχο των παιδιών τους.

Από την άλλη πλευρά, ο αριστεροί «homeschoolers» δεν συμμερίζονται τους ίδιους φόβους. Αντίθετα, εκείνο που φοβούνται είναι ότι τα σχολεία θα κατασκευάσουν πειθήνιους εγκεφάλους, αφοσιωμένους στο σύστημα, καθώς και ότι θα μεταδώσουν τα πατριωτικά και τα γραφειοκρατικά δόγματα και τις αξίες του καταναλωτισμού.

Ετσι, αντίθετες αιτίες οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα: οι γονείς αποφασίζουν να αποσύρουν τα παιδιά τους από τα συστήματα συλλογικής διδασκαλίας. 

Η κομητεία του Αθενς είναι μία από τις πλέον ήσυχες της χώρας. Τα δημόσια σχολεία δεν μοιάζουν καθόλου με τους «τόπους απωλείας» τους οποίους περιγράφουν διαρκώς τα μέσα ενημέρωσης που διψάνε για ιστορίες του αστυνομικού δελτίου με πρωταγωνιστές παιδιά. Το γεγονός αυτό δεν εμποδίζει την εξάπλωση των μύθων για τα φρικτά πράγματα που συμβαίνουν στις αυλές των σχολείων. Παράλληλα ωθεί κάθε χρόνο εκατοντάδες χριστιανικές οικογένειες να παίρνουν τα παιδιά τους από τα «σχολεία της κυβέρνησης» και το «ασταθές περιβάλλον τους», το οποίο είναι μολυσμένο από την «κρατική ιδεολογία».  Στο 3% των μαθητών της κομητείας, η εκπαίδευση παρέχεται από τους γονείς. Δεν πρόκειται ακόμα για πλημμυρίδα, ωστόσο τα πρώτα κυματάκια έχουν κάνει την εμφάνισή τους: ενώ το 1999 ο αριθμός των οικογενειών των «homeschoolers» έφτανε τις 850.000, το 2006 είχε σχεδόν τριπλασιαστεί, ξεπερνώντας τα 2.000.000.  Ο δεκαπεντάχρονος Τζον Κόλβιν, του οποίου η μητέρα διευθύνει εδώ και δέκα χρόνια έναν συνεταιρισμό πέντε οικογενειών, δεν έχει πατήσει ποτέ του σε σχολείο. Αυτό δεν τον εμποδίζει να έχει άποψη για τον θεσμό: «Κατά τη γνώμη μου, η κατ’ οίκον εκπαίδευση αποτελεί μια σωστή λύση, δεδομένου ότι ο Μάο και οι ναζί χρησιμοποίησαν το δημόσιο σχολείο για να διαδώσουν την προπαγάνδα τους», αναλύει το θέμα ξαπλωμένος στον καναπέ.  Για τον νεαρότερο αδελφό του, Μπεν, το «homeschooling» επιτρέπει κυρίως «την καλύτερη οργάνωση του προγράμματος του μαθητή και την εξασφάλιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης». Ομως η Σάρον Κόλβιν, η μητέρα τους, δηλώνει ότι τα θρησκευτικά δεν ήταν ο μοναδικός λόγος που έκαναν αυτή την επιλογή. Και συνοψίζει: «Αρνούμαστε στο κράτος το δικαίωμα να επηρεάζει την ιδεολογία των παιδιών μας». Η πρώην φοιτήτρια του πανεπιστημίου Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνιας επιθυμεί την κατάργηση του υπουργείου Παιδείας.

Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα που πραγματοποίησε το υπουργείο Παιδείας για την κατ’ οίκον εκπαίδευση, το 31% των γονέων που αποφασίζουν να μην εμπιστευθούν τα παιδιά τους στο σχολείο ανησυχεί για «το κλίμα και το περιβάλλον που κυριαρχεί εκεί». Το 30% επιθυμεί «να δώσει στο παιδί του ηθική και θρησκευτική παιδεία», ενώ το 16,5% έχει απογοητευτεί από την «πνευματική εκπαίδευση που προσφέρουν τα σχολεία». Επίσης, προβάλλονται ορισμένες ιδιαίτερες ανάγκες του παιδιού (7%) ή προβλήματα υγείας, σωματικής και ψυχικής (7%).

Η αμφισβήτηση του σχολείου αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960.  Την ίδια εποχή, άρχισε να εξαπλώνεται και στους κόλπους της αριστεράς η κριτική στον θεσμό του σχολείου ο οποίος αποσκοπούσε στη διαιώνιση των κοινωνικών ανισοτήτων. Με λίγα λόγια, η ισότητα των ευκαιριών στο σχολείο ήταν ένας μύθος, όπως εξάλλου και η ταξική ουδετερότητά του.  Το κίνημα οδήγησε πολύ σύντομα στην καταγγελία της αυθαιρεσίας των πολιτισμικών στοιχείων του εκπαιδευτικού προγράμματος, της παραδοσιακής παιδαγωγικής, καθώς επίσης και στην ανάπτυξη προβληματισμού για το τι είναι γνώση και για τη σχέση ανάμεσα στον δάσκαλο και τον μαθητή. Σιγά σιγά, η κριτική του σχολείου μετατράπηκε σε κριτική των ίδιων των αρχών στις οποίες στηρίζεται το εκπαιδευτικό σύστημα, της αποστολής του και των μέσων που διαθέτει, ενώ κατέληξε στη ριζική αμφισβήτηση ακόμα και του λόγου ύπαρξης του σχολείου.  Η συγκεκριμένη θεματολογία εισήχθη στις Ηνωμένες Πολιτείες από τον επιτυχημένο δοκιμιογράφο Τζον Κάλντγουελ Χολτ (1923-1985), ο οποίος εξέδωσε, το 1977, το διμηνιαίο περιοδικό «Growning Without Schooling», σημείο αναφοράς στην ανταλλαγή εμπειριών για τις μεθόδους της κατ’ οίκον εκπαίδευσης.  Ο ίδιος ο Χολτ κι ένα τμήμα της αριστεράς -ρομαντική, ελευθεριακή ή ριζοσπαστική- υιοθέτησαν αυτό που αργότερα ονομάστηκε «unschooling» (εγκατάλειψη του σχολείου, δηλαδή).  Πολλοί οπαδοί της μεθόδου έρχονται, τρεις ή τέσσερις φορές το μήνα, στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης Αθενς για να παραδώσουν συλλογικά μαθήματα στα παιδιά τους. Ακόμα και η Εϊμι Κινγκ, συντονίστρια των δημοτικών υπηρεσιών της πόλης για ζητήματα νεολαίας, αποφάσισε, το 2001, να βγάλει την κόρη της από το δημόσιο σχολείο της περιοχής.  Εκείνη τη χρονιά, με πρωτοβουλία του προέδρου Τζορτζ Μπους, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικάνοι, μεταξύ των οποίων και ο σημερινός υποψήφιος για την προεδρία Μπάρακ Ομπάμα, υιοθέτησαν με συντριπτική πλειοψηφία τον νόμο «Νο Child Left Behind» («Κανένα παιδί δεν θα εγκαταλειφθεί στη μοίρα του»), ο οποίος θεσπίζει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στα εκπαιδευτικά ιδρύματα, διευκολύνει την πρόσβαση στα ιδιωτικά σχολεία και δημιουργεί μια πραγματική «αγορά της εκπαίδευσης» που τροφοδοτείται από τα «εκπαιδευτικά κουπόνια».

Οι κριτικές που διατυπώνονται ενάντια στην κατ’ οίκον εκπαίδευση επικεντρώνονται όχι μονάχα στον κίνδυνο της ελλιπούς κοινωνικοποίησης, αλλά και στην ποιότητα της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Καθώς οι περισσότεροι από τους «homeschoolers» δεν διαθέτουν την παραμικρή κατάρτιση σε αυτόν τον τομέα, ενδέχεται να προσφέρουν στα παιδιά τους ελλιπή μόρφωση.

Κι όμως, πολλές μελέτες αποδεικνύουν ότι οι μαθητές που προέρχονται από αυτό το σύστημα εισάγονται καλά προετοιμασμένοι στα πανεπιστήμια, καθώς και ότι οι επιδόσεις τους βρίσκονται πάνω από τον μέσο όρο.

Ετσι, το 1998, ο καθηγητής Λόρενς Ράντνερ του πανεπιστημίου του Μέριλαντ έλεγξε τις γνώσεις 20.760 παιδιών που λαμβάνουν κατ’ οίκον εκπαίδευση. Η βαθμολογία που συγκέντρωσαν σύμφωνα με τη μελέτη ήταν «εντυπωσιακά υψηλή». Παρόμοια αποτελέσματα πρέπει να σταθμιστούν από το γεγονός ότι οι οπαδοί του «homeschooling» βιώνουν την επιλογή τους ως «ιερή αποστολή» και της αφιερώνουν όλα τα διαθέσιμα μέσα τους, ακόμα κι αν χρειαστεί να σφίξουν κάμποσο το ζωνάρι. Εξάλλου, στις Ηνωμένες Πολιτείες, εδώ και αρκετές δεκαετίες, το δημόσιο σχολείο έχει θυσιαστεί στον βωμό των δημοσιονομικών περικοπών, κυρίως από τις κυβερνήσεις των Ρεπουμπλικάνων.

Η κατ’ οίκον εκπαίδευση νομιμοποιήθηκε το 1993 σε όλη τη χώρα χάρη στη δράση του λόμπι Home School Legal Defense Association (HSLDA), μιας ευαγγελικής οργάνωσης στην οποία συμμετέχουν περισσότερες από 80.000 οικογένειες.  Το νομοθετικό πλαίσιο της κατ’ οίκον εκπαίδευσης διαφέρει ανάλογα με την πολιτεία: ελάχιστα αυστηρό είναι στη Φλώριδα ή στο Τέξας όπου οι γονείς δεν χρειάζεται καν να υποβάλλουν δήλωση στις τοπικές αρχές. Αντιθέτως, είναι πολύ αυστηρό στη βόρεια Ντακότα, στην Πενσυλβάνια ή στην Καλιφόρνια.

Ο Τζορτζ Γουντ, διευθυντής του Φόρουμ για τη Δημοκρατία στην Εκπαίδευση, αν και ανησυχεί περισσότερο για την έλλειψη πόρων για τα σχολεία και λιγότερο για την άνθηση της κατ’ οίκον διδασκαλίας, αναγνωρίζει ότι φοβάται τις μακροπρόθεσμες συνέπειες που μπορεί να έχει αυτή η πρακτική: «Μένοντας μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον, οι επιρροές που δέχονται οι μελλοντικοί πολίτες δεν τους προετοιμάζουν για τον προβληματισμό και τη διαφορετικότητα των απόψεων που προϋποθέτει η δημοκρατία. Εάν οι γονείς περιορίσουν τις σχέσεις των παιδιών με άτομα από άλλες φυλές ή από άλλα κοινωνικά και μορφωτικά περιβάλλοντα, όταν θα φτάσουν σε ηλικία να συμμετέχουν στα κοινά, θα απορρίπτουν εξαρχής τις διαφορετικές απόψεις».

Η επιχειρηματολογία συμπίπτει με εκείνη που διατυπώνει το National Education Association (ΝΕΑ), το συνδικάτο των εκπαιδευτικών, το οποίο ο Ροντ Πέιτζ, ο αρχιτέκτονας του νόμου Νο Child left Behind, αποκαλεί «τρομοκρατική ομάδα».  Σύμφωνα με την Τζεν Τόμσομ, δασκάλα και μέλος του ΝΕΑ, «παρ’ όλα όσα θα μπορούσε κανείς να προσάψει στο σχολείο, διαδραματίζει θεμελιώδη ρόλο στη διαμόρφωση της κουλτούρας και στη γνώση της κοινωνίας. Τα παιδιά μαθαίνουν τη ζωή, βρίσκονται αντιμέτωπα με διάφορες γνώμες, και οι γονείς δεν έχουν το δικαίωμα να τα απομακρύνουν από αυτό το χώρο με τη δικαιολογία ότι φοβούνται τις "κακές επιρροές"».

Η Εϊμι Χάουλεϊ, ερευνήτρια στον τομέα των επιστημών της εκπαίδευσης στο πανεπιστήμιο του Αθενς, καταλήγει σε ένα συμπέρασμα που συμμερίζονται και πάρα πολλοί άλλοι παρατηρητές: η κατ’ οίκον εκπαίδευση θα φτάσει – με μηχανικό τρόπο – στα όριά της. «Για να εκπαιδεύσουν μόνοι τους τα παιδιά τους, οι γονείς -και στη συγκεκριμένη περίπτωση κυρίως η μητέρα- πρέπει να δαπανήσουν υπερβολική ενέργεια. Ελάχιστοι είναι διατεθειμένοι να κάνουν τις θυσίες που απαιτεί ένα πλήρες πρόγραμμα εκπαίδευσης. Το φαινόμενο είναι περιθωριακό. Το παραδοσιακό σχολείο έχει μέλλον, δεδομένου ότι η πλειονότητα των γονέων αποφασίζει να του εμπιστευτεί τα παιδιά της, χωρίς να ανησυχεί ιδιαίτερα για το τι διδάσκεται σε αυτό. Επιπλέον, το δημόσιο σχολείο παραμένει η κυριότερη μπέιμπι-σίτερ για τα αμερικανόπουλα».

Advertisements
This entry was posted in Εκπαίδευση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s